ΟΜΙΛΙΑ
ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ κ. ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ
ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ
ΕΝ Τῼ ΙΕΡῼ ΚΑΘΟΛΙΚῼ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΗΣYΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

(Μαλακάσα, 2 Δεκεμβρίου 2015)

 Σεβάσμιοι πατέρες καὶ ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ἀληθῶς «τῆς Εὐβοίας τὸν γόνον, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, τῆς θεολογίας τὸν μύστην καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον», τὸν Ὅσιον Πορφύριον τὸν Καυσοκαλυβίτην, τιμῶμεν σήμερον οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί. Γόνος τῆς γειτονικῆς Εὐβοίας, μὲ τὴν πολιτείαν καὶ τὴν βιοτήν του, μὲ τὴν διορατικότητα καὶ μὲ τὴν θαυματουργικὴν παρουσίαν του εἰς τὴν ζωήν μας, ὁ μὴ «μεμαθηκὼς γράμματα», κατὰ τὸ Γραφικὸν1 (Ἰωάν. 7, 15), Πορφύριος ὑπερέβη τὰ στενὰ ὅρια τῆς Εὐβοίας καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου ὡς ὑποτακτικὸς ἐμόνασε, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατέστη τῆς οἰκουμένης τὸ ἀγλάϊσμα, ὁ μύστης τῆς θεολογίας καί, ἰδιαιτέρως, φίλος τοῦ Χριστοῦ. Εἰς τὰ τρία αὐτὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀπολυτικίου τοῦ Ἁγίου μας, θὰ περιορισθῇ ὁ εὐλαβῶς ἐμπρὸς εἰς τὴν ἀγάπην σας ἱστάμενος, ἂν καὶ ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου τοῦ Ἁγίου θὰ ἔπρεπε ὁ ὁμιλῶν νὰ σιωπήσῃ ἀγλώττως. Ἄλλωστε, ποιός ἄνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνεύσῃ μυστήρια Θεοῦ, κάτι ποὺ δὲν ἐτόλμησαν οὔτε οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἰδίως, ποιός θὰ μποροῦσε νὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὸν Φίλον τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ, καὶ διὰ τὴν φιλίαν του πρὸς τὰ δημιουργήματά Του, τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς ἐκάλεσε «φίλους» Του, διότι «πάντα ὅσα ἔλαβε παρὰ τοῦ Πατρός Του ἐγνώρισεν ἡμῖν»2 (Πρβλ. Ἰωάν. 15, 15).

Καὶ εἶναι «ἡδὺ τοῖς φίλοις φίλων αἰτήματα ἀποπληροῦν, οὐκ ἔστι γὰρ πιστοῦ φίλου ἀντάλλαγμα»3 (Κανὼν Παρακλητικὸς εἰς τὸν Τίμιον Πρόδρομον), ὁ δὲ Ἅγιος Πορφύριος «φίλος εἶναι Κυρίου γνησιώτατος»· διὰ τοῦτο καὶ δὲν παραβλέπει τὴν πρεσβείαν του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς καὶ ἔρχεται καὶ θαυματουργεῖ καὶ ἰᾶται καὶ σώζει πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ Ὄνομὰ τοῦ Ἁγίου Του Πορφυρίου.

Ἀληθῶς, «ἀρχὴ ἐλπίδος ἀγαθῆς ἐδόθη τοῖς Ἁγίοις, ἐξαίρετα τό ἐστι θαυμάζεσθαι ἀξίως»4 (Οἶκος ἐκ τῆς ἀσματικῆς Ἀκολουθίας τῶν Ἁγίων Κικιλίας, Βαλεριανοῦ καὶ Τιβουρτίου) ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. Μεταξὺ τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἰδιαιτέραν καὶ καιρίαν, θὰ ἔλεγα, θέσιν κατέχει ὁ σήμερον τιμώμενος, σύγχρονός μας σχεδόν, Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ καὶ κτίτωρ καὶ ἱδρυτὴς τοῦ Ἱεροῦ τούτου Ἡσυχαστηρίου τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. «Τὴν ἀρετήν, λοιπόν, καὶ ἄσπιλον λαμπρότητα» τοῦ Ἁγίου μας τούτου συγκεντρωθήκαμε σήμερα νὰ τιμήσουμε καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ θαῦμα καὶ τὴν μεσιτεία καὶ τὴν ἐξ οὐρανοῦ πλέον συμβουλή του καὶ γιατρειὰ τοῦ κάθε πόνου μας καὶ τῶν προβλημάτων μας, ὅπως τότε, ὅταν τὸν εἴχαμε κοντά μας, ἐδῶ στὸ διπλανὸ κελλὶ του, πατρικό, ἁπλό, συμπαθητικό, ἀνθρώπινο καὶ συγχρόνως θεϊκό, γεμᾶτο ἀγάπη πρὸς τοὺς πάντας. Νὰ τὸν ἐπικαλεσθοῦμε ὡς «παῤῥησίαν ἔχοντα» πρὸς τὸν δοξάσαντα αὐτὸν Κύριόν μας. Νὰ τὸν παρακαλέσουμε: «Ῥοῆς τῶν δακρύων μας –κατὰ τὴν σημερινὴ ἰδιαιτέρως ἐποχὴ– μὴ ἐπιλάθῃ Ἅγιε· δὸς ἡμῖν τῆς σῆς Χάριτος τὸ νέκταρ, ἵνα ζωώσῃ τὰς ταπεινὰς ψυχὰς ἡμῶν καὶ ὅπως τῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν καὶ τὰ λύπης δάκρυα χαρμολύπης ἡμῖν γένωνται»5 (Τροπάριον ε´ὠδῆς κανόνος τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Χρυσοπηγῆς Χανίων (2014)).

Οἱ ἄνθρωποι πολλὲς φορές, ἂν ὄχι πάντοτε, τὸν κόσμον αὐτὸν οἰκοῦντες καὶ διαπερῶντες τὴν ἁλμυρὰν τοῦ βίου θάλασσαν, συνήθως ἀγωνιοῦμε καὶ πονᾶμε, μᾶς πνίγει τὸ παράπονο. Βλέπουμε γύρω μας μὲ ἀπαισιοδοξία· βλέπουμε σκοτάδι· ἐνῷ ἀναζητοῦμε τὸ φῶς τὸ ἐκ Φωτός. Δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ ἀγάπη καὶ μὲ συμπάθεια τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ διδαχθοῦμε κάτι ἀπὸ τὴν ἁρμονία τῆς φύσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδίου σώματός μας ὁ καθείς μας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ πληρώνουμε πάντοτε βαρὺ τὸ τίμημα.

Ὁ Ἅγιός μας ὑπῆρξε πρωτίστως Γέροντας, δηλαδὴ πνευματικὸς πατέρας. Ὁ Γέροντας πάντοτε θέλει τὸ καλὸ καὶ τὴν σωτηρία τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν. Δὲν σκέπτεται, δὲν μπορεῖ νὰ σκεφθῇ διαφορετικά. Παραβλέπει, ὑπομένει, απεινώνεται, φιλοτιμεῖται, σταυρώνεται ἀπὸ ἀπορίες καὶ μικροφιλοτιμίες ἀνθρώπινες, θυσιάζει ἀκόμη καὶ τὴν ἀξιοπρέπειὰ του καὶ τὸ φιλότιμό του, χάριν τῆς σωτηρίας τῶν πνευματικῶν παιδιῶν του.

Εἰς τὴν ἐποχήν μας γίνεται πολὺς λόγος περὶ Γέροντος καὶ Γερόντων καὶ περὶ πνευματικῶν ὁδηγῶν. Τί εἶναι, ὅμως, στὴν πραγματικότητα ὁ Γέροντας, καὶ στὴν περίπτωσί μας ὁ Γέροντας Πορφύριος, διὰ τὸν πιστὸν ὀρθόδοξο χριστιανό: εἶναι ἕνα δῶρο Θεοῦ τετελειωμένο, ἕνα ἀπολυτίκιο, ποὺ ἀρχίζει μέν, δὲν ἔχει ὅμως τέλος, ἢ μᾶλλον ἔχει τέλος τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι, δηλαδή, μία διαρκὴς ἐκδήλωσις φιλίας Χριστοῦ. Εἶναι ὁ «πιστὸς φίλος, τοῦ ὁποίου ἀντάλλαγμα δὲν ὑπάρχει», διὰ νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους τοῦ Ἰωάννου τοῦ Μαυρόποδος. Εἶναι, θὰ λέγαμε, ὁ Πρόδρομος τῆς σωτηρίας, ὅπως Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, τῆς ἐλεύσεως τῆς ὄντως ζωῆς, τοῦ Φίλου τοῦ καθενός μας Χριστοῦ. Ὁ Γέροντας εἶναι ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἀνιδιοτελοῦς καὶ ἄνευ ὁρίων ἀγάπης· τῆς ἀνεκτικότητος· τῆς στοργῆς· τῆς ἁπλότητος· τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς σιωπῆς· ὄχι μόνον διὰ τοῦ λόγου τοῦ καλοῦ, τοῦ αὐστηροῦ, τοῦ ἐπιτιμητικοῦ ἐνίοτε· εἶναι ἡ ἁπλὴ καὶ συγχρόνως συγκλονιστικὴ θεία φωνὴ πρὸς τὸν καθένα μας μὲ τὸ ὄνομά του, ὅπως τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου πρὸς τὴν περίλυπο καὶ ἀγωνιῶσα μυροφόρο Μαρία τὴν Μαγδαληνή, ποὺ τὴν ἀπεκάλεσε ὁ νομιζόμενος ὑπὸ τῶν πολλῶν νεκρὸς μὲ τὸ ὄνομά της: «Μαρία» καὶ συγχρόνως «μή μου ἅπτου»6 (Ἰωάν. 20, 17). Εἶναι ἡ ἁπλὴ ἀφὴ τοῦ κρασπέδου τῶν ἱματίων τοῦ Γέροντος στὴν ἐξομολόγησι, διὰ νὰ λυθοῦν εὐχερῶς αἱ ἁμαρτίαι μας.

Ἐγένετο, λοιπόν, παρὰ Θεοῦ, πρὸ αἰῶνος ὁ Γέροντας Πορφύριος, κεκοσμημένος μὲ τὸν «καρπὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», δηλαδὴ μὲ «τὴν ἀγάπην, τὴν χαράν, τὴν εἰρήνην, τὴν μακροθυμίαν, τὴν χρηστότητα, τὴν ἀγαθωσύνην, τὴν πίστιν, τὴν πρᾳότητα, τὴν ἐγκράτειαν»7 (Γαλ. 5, 22), πνευματικαὶ καταστάσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπόκεινται εἰς νομικὰς διατάξεις, ἀλλὰ μόνον διδάσκουν, παραδειγματίζουν, φωτίζουν. Ἐγένετο ἀκριβῶς ὁ Γέροντάς μας ἀρχὴ ἐλπίδος ἀγαθῆς, εἰς τὸ πράττειν ἐν συνεχείᾳ ἐξαίρετα καὶ κατάπληκτα μεγάλα, ἅπερ καὶ θαύματα ἐστι θαυμάζεσθαι ἀξίως. Καὶ ἐγένετο καὶ ἀπεδείχθη ὁ σύγχρονος, ὁ μοναδικὸς θὰ λέγαμε, ἐν τῇ ἀφανείᾳ του, Γέροντας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἔδιδε οὔτε ἐπιεικεῖς, οὔτε αὐστηρὲς συμβουλές, ἀλλ᾽ ἐξέχεε καὶ μόνον μὲ τὴν ἀφὴ ἢ μόνο μὲ τὸν λόγο του τὴν Χάριν τοῦ Πνεύματος, ἡ ὁποία «λύει τὰ δεσμὰ καὶ δροσίζει τὴν φλόγα»8 (Καταβασίαι Πεντηκοστῆς).

Εἶναι, βεβαίως, ἀληθές, ὅτι γεγονότα τοῦ καθημερινοῦ βίου δεικνύουν τὴν φθορὰ καὶ τὴν πτῶσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν πορεία τοῦ κόσμου μὲν πρὸς τὴν φθοράν· τῆς Ἐκκλησίας δὲ πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Γεγονότα τραγικά, τόσον τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ὅσον καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου: θάνατοι, πόλεμοι, φυσικὲς καταστροφές, ἀλλαγὲς συνόρων καὶ παραδόσεων, προσωπικὲς συμφορές. Πρόκειται γιὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα περιγράφει καὶ ἀποκαλύπτει τὸ ὅραμα τῆς Ἀποκαλύψως τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλης σκοπιᾶς καὶ ἡ βιοτὴ καὶ θαματουργικὴ παρουσία ἀνάμεσά μας τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου ἐν ζωῇ καὶ μετὰ τὴν ὁσιακὴν κοίμησίν του.

Μέσα εἰς αὐτὸν τὸν κόσμο, λοιπόν, τῶν πολέμων, τῆς ἀβεβαιότητος, τῆς ἀνασφαλείας καὶ τοῦ τρόμου, «ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπὸ Θεοῦ πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας»9 (Πρβλ. Ἰωάν. 1, 6), ὁ Γέροντας Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ποὺ ἀνεδείχθη στὸν παρελθόντα εἰκοστὸ αἰῶνα –καὶ μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων– τὸ ἀληθινὸ στήριγμα, ἡ πραγματικὴ ἐλπίς, ἡ μόνιμη πηγὴ παρηγορίας τοῦ πάσχοντος συνανθρώπου. Ὁ Γέροντας αὐτός, ποὺ «κυκλοφόρησε μεταξύ μας ὡς ἄμεμπτος καὶ πολιτεύθηκε ἐλεύθερα ὡς Ἅγιος καὶ φανέρωσε τὴν ἐλευθερία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος... καὶ ὡς σίφουνας ἀθόρυβης ἀγάπης, θωπεύει ἰαματικὰ τὴν ἀνθρωπίνη ὕπαρξι»10 (Προηγούμενος Βασίλειος Γοντικάκης, «Ὁ Γέροντας Πορφύριος ὡς Ἁγιορείτης» στὸ Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: Ὁρόσημο ἁγιότητος στὸ σύγχρονο κόσμο, ἐκδ. Ἱ. Μονὴ Χρυσοπηγῆς Χανίων (2008)).

Ἀδελφοί μου,

Ἡ μαρτυρία στὸν κόσμο μας τοῦ συχρόνου Γέροντος τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου, θὰ μποροῦσε νὰ συνοψισθῇ περιληπτικὰ στὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά:

Πρῶτον, ἦταν «ὁ ἀχόρταγος ἐραστὴς τοῦ Χριστοῦ». Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἦταν ἐραστὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ κατὰ τὸν Σολομῶντα, «ἐραστὴς ἐγενόμην τοῦ κάλλους αὐτῆς» (τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ)11 (Σοφ. Σολ. 8,2). Ὁ διακατεχόμενος ἀπὸ τὴν ἀγάπη αὐτή, ἀπὸ τὸν ἔρωτα αὐτόν, δὲν κλείνεται στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ἐξέρχεται τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἀνήκει σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Χριστό. Ἔρως, ἔκστασις, κένωσις, ἀγάπη, θαυματουργικὴ καὶ διαρκὴς συμπονετικὴ καὶ ἀνακουφιστικὴ παρουσία ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ἦταν ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου.

Ὁ ἴδιος ἔλεγε: «Ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου»12 (Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καὶ Λόγοι, «Περὶ Ἐκκλησίας», ἐκδ. Ἱ. Μονὴ Χρυσοπηγῆς Χανίων (2015)). Ἀλλαχοῦ ἔλεγε: «Ἅμα ἀγαπάεις, ζεῖς στὴν Ὁμόνοια καὶ δὲν ξέρεις ὅτι βρίσκεσαι στὴν Ὁμόνοια· οὔτε αὐτοκίνητο βλέπεις, οὔτε κόσμο βλέπεις, οὔτε τίποτα. Εἶσαι μέσα σου μὲ τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπάεις»13 (Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καὶ Λόγοι, «Περὶ τοῦ θείου ἔρωτος»). Ἄλλες φορὲς ἐδίδασκε ἐμπειρικά: «Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἄκρον ἐφετόν, τὸ ἄκρον ἐπιθυμητόν, δὲν ὑπάρχει ἀνώτερο. Ὅλα τὰ αἰσθητὰ ἔχουν κόρο, ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ἔχει κόρο. Αὐτὸς εἶναι τὸ πᾶν... Ὁ ἔρωτας πρὸς τὸν Χριστὸ εἶναι ἄλλος ἔρως. Δὲν ἔχει τέλος, δὲν ἔχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει ὑγεία, δίνει, δίνει, δίνει...» καὶ ποτὲ δὲν «παρίνει»14 (Ἔνθ, ἀν.). Ὁ Γέροντας Πορφύριος ἀπὸ αὐτὴ τὴν μάταιη ζωὴ ζοῦσε τὸν ἀχόρταγο χορτασμὸ τῆς θείας ἀγάπης. Εἶχε τὸν μεγάλο πόθο, τὸν δριμὺ καὶ ἀφόρητο, ὅπως γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Ποῖος πόθος οὕτω δριμὺς καὶ ἀφόρητος, ὡς ὁ ἀπὸ Θεοῦ ἐγγινόμενος τῇ ἀπὸ πάσης κακίας κεκαθαρμένῃ ψυχῇ;»15 (Ὅροι κατὰ πλάτος,ἐρώτησις β´, P.G. 31, 909).

Δεύτερον, ὁ Γέροντας ἦταν «ὁ οἰνοχόος τοῦ ἀκράτου οἴνου». Ἡ ἕνωσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ εἶναι μιὰ «νηφάλιος μέθη». Οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἐφαίνοντο ὡς μεθυσμένοι, δι᾽ αὐτὸ εἶπαν οἱ γύρω τους πεπερασμένοι ἄνθρωποι «ὅτι γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσὶ»16 (Πραξ. 2, 13). Αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου, ὅτι ἦταν μεθυσμένος ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό· ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο· ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα· τὴν ὅλη δημιουργία τοῦ Θεοῦ· ὅταν ἄκουε τὸ κελάηδισμα τοῦ ἀηδονιοῦ χιλιόμετρα μακρυά· καὶ ὅταν ἀνεκάλυπτε στὰ ἔγκατα τῆς γῆς τὸ ῥέον στὸ Μοναστῆρι αὐτὸ γάργαρο νερό· ἢ ἀκόμη, ὅταν προέβλεπε τὸν τόπο τῆς ἀνεγέρσεως τῆς νέας Μονῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς Χανίων, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπισκεφθῇ καὶ τὸ τόπο καὶ τὸν χῶρο. Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει ὅτι «ὁ μεθυσθεὶς τῇ ἀγάπῃ τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ (ὃς ἐστὶν οἶκος κλαυθμοῦ), τῶν πόνων καὶ τῶν λυπῶν ἑαυτοῦ ἁπασῶν (ἐπιλανθάνεται) καὶ γίνεται ἀναίσθητος ἐξ ὅλων τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας, διὰ τὴν μέθην αὐτοῦ»17 (Ἀσκητικά, Λόγος Α᾿, Περὶ ἀποταγῆς καὶ μοναχικῆς πολιτεία).

Αὐτὴ ἦταν ἡ βιοτὴ τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου. Ἔτσι ζοῦσε, ἔχοντας νηφάλιο μέθη, γι᾽ αὐτὸ καὶ μεθοῦσε πνευματικὰ ὅσους τὸν πλησίαζαν. Ἔλεγε: «Ἡ χαρὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι μία πνευματικὴ τρέλλα, ἀλλὰ ἐν Χριστῷ. Σὲ μεθάει σὰν τὸ κρασὶ τὸ ἀνόθευτο, αὐτὸ τὸ κρασὶ τὸ πνευματικό... Ὁ πνευματικὸς οἶνος εἶναι ἄκρατος, ἀνόθευτος, πολὺ δυνατὸς κι ὅταν τὸν πίνεις σὲ μεθάει. Αὐτὴ ἡ θεία μέθη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίνεται στοὺς "καθαροὺς τῇ καρδίᾳ"»18 (Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καὶ Λόγοι, «Περὶ τοῦ θείου ἔρωτος»).

Ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων στὸν Ἅγιο Πορφύριο ὀφείλεται στὸ ὅτι ἔβλεπαν ἕναν «μεθυσμένο» ἄνθρωπο, ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἄκρατο οἶνο, ἀπὸ τὸν Χριστὸ δηλαδή, ποὺ εὐωδίαζε καὶ τοὺς καλοῦσε νὰ γίνουν καὶ ἐκεῖνοι συνδαιτυμόνες καὶ νὰ μεθύσουν ἐν Πνεύματι κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ»19 (Ἐφ. 5, 18-19).

Τρίτον, ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἦταν, ὅπως μᾶς περιγράφει καὶ τὸ ἀπολυτίκιό του, «ὁ τρυφερὸς φίλος τοῦ Χριστοῦ».

Ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς Μαθητές Του: «ὑμεῖς φίλοι μοὺ ἐστε...»20 (Ἰωάν. 15, 14). Αὐτὴν τὴν φιλικὴ σχέσι μὲ τὸν Χριστὸ ἐδοκίμασαν καὶ ἐβίωσαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Στὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας βλέπουμε ὅτι οἱ Χριστιανοὶ χωρίζονται σὲ τρεῖς κατηγορίες: σὲ δούλους, ποὺ ἀγωνίζονται νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ πάθη· σὲ μισθωτούς, ποὺ ἀγωνίζονται νὰ κερδίσουν τὸν Παράδεισο μὲ τὶς ἀρετές· καὶ σὲ φίλους, ποὺ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀγαποῦν ἀνιδιοτελῶς τὸν Χριστό, οὔτε γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν Κόλαση οὔτε γιὰ νὰ κερδίσουν τὸν Παράδεισο.

Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀνέρχεται ἀπὸ τὴν κατάστασι τοῦ δούλου στὴν κατάστασι τοῦ μισθωτοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν φιλία ἐν Χριστῷ καὶ μὲ τὸν Χριστό. Αὐτὸ ἔζησε ὁ Ἅγιος Πορφύριος. Ἔλεγε καὶ ἐδίδασκε: «Τὸν Χριστὸ νὰ Τὸν αἰσθανόμαστε φίλο μας. Εἶναι φίλος μας... Σὰν φίλο νὰ Τὸν ἀτενίζουμε καὶ νὰ Τὸν πλησιάζουμε. Πέφτουμε; Ἁμαρτάνουμε; Μὲ οἰκειότητα, ἀγάπη καὶ ἐμπιστοσύνη νὰ τρέχουμε κοντά Του, ὄχι μὲ φόβο ὅτι θὰ μᾶς τιμωρήσῃ, ἀλλὰ μὲ θάῤῥος, ποὺ θὰ μᾶς τὸ δίνει ἡ αἴσθηση τοῦ φίλου. Νὰ τοῦ ποῦμε: "Κύριε, τὸ ἔκανα, ἔπεσα, συγχώρεσέ με". Ἀλλὰ συγχρόνως νὰ αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς ἀγαπάει, ὅτι μᾶς δέχεται τρυφερά, μὲ ἀγάπη καὶ μᾶς συγχωρεῖ»21 (Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καὶ Λόγοι, «Περὶ τοῦ θείου ἔρωτος»). Ὁ Ἅγιός μας Πορφύριος ἦταν φίλος Χριστοῦ καὶ αἰσθανόταν τὴν τρυφερὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ἦταν πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἕνας τρυφερὸς φίλος. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἦταν καὶ εἶναι καὶ Γέροντας καὶ συγχρόνως καὶ Ἅγιος καὶ Ὅσιος καὶ Δίκαιος.

Ἀδελφοί μου,

Αὐτὴ ἡ φιλία τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου μὲ τὸν Φίλο Χριστὸ ἐξεπλήρωσε καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του νὰ ἔχῃ ὁσιακὸ τέλος μὲ ταπείνωσι, καὶ κυρίως μέσα στὴν ἀφάνεια τῶν Καυσοκαλυβίων, ἀφοῦ ἕξι μῆνες πρὶν ἀνεχώρησε ὁριστικὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀποχαιρετίσας τὰ πνευματικὰ του παιδιά. Ἐνῷ ὁ αἰσθητὸς ἥλιος ἀνέτειλε τὴν 3ην Δεκεμβρίου τοῦ 1991, ἡ ὁλόφωτος ψυχὴ τοῦ Γέροντος εἶχε ἤδη φτερουγίσει τὴν προτεραία, σὰν σήμερα 2 Δεκεμβρίου, πρὸς τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης.

Ἡ ἔρημος ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ κόσμου καὶ πλήρης ἀεννάου προσευχῆς Ἁγιορειτικὴ γῆ, ἡ ποτισμένη μὲ ἄσκησι, μὲ ἱδρῶτα, μὲ δάκρυα, μὲ στεναγμοὺς ἀνθρώπων «ἀποταξαμένων τὸν κόσμον καὶ τὰ τοῦ κόσμου» ἐκάλυπτε τὴν 3ην Δεκεμβρίου 1991 τὸ τίμιο σῶμα τοῦ Γέροντος, ποὺ μὲ τὴν τεραστία πνευματικὴ καὶ θαυματουργικὴ προσφορά του στὴν ἀνθρωπότητα εἶχε ἤδη καταστῆ οἰκουμενικὸς καὶ παγκόσμιος.

Στὴν ἐξόδιο καὶ στὴν ταφὴ τοῦ Γέροντος, ὑπάρχει μία σημαδιακὴ λεπτομέρεια, τὴν ὁποία μοιράζομαι μαζί σας, ἀδελφοί: Ἐζήτησε ὁ Ὅσιος τὸ γεηρὸν σῶμα του νὰ σκεπασθῇ μόνο ἀπὸ φύλλα ἀπὸ βάγια καὶ κυπαρίσσια. Τὸ εἶχε προβλέψει χρόνια πρὸ τῆς κοιμήσεὼς του, λέγοντας σὲ ἀνύποπτο χρόνο: «Αὐτὰ ποὺ θὰ μὲ σκεπάσουν θὰ εἶναι κοπριὰ ἀπὸ βάγια καὶ κυπαρίσσια. Ἀπὸ φύλλα βαγιῶν καὶ κυπαρισσιῶν. Ἐκεῖ ποὺ πᾶνε τὰ ἀηδόνια καὶ ψάλλουνε». Ἡ λεπτομέρεια αὐτὴ εἶναι σημαδιακή, διότι ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἐκόσμησε τὴν Ἐκκλησία μὲ τὸν θαυμαστὸ καὶ ὑπερφυσικὸ βίο του καὶ μὲ τὸ προορατικὸ καὶ διορατικό του χάρισμα: «οἶδε τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ μέλλοντα εἰκάζειν· ἐπίστατο στροφὰς λόγων καὶ λύσεις αἰνιγμάτων, σημεῖα καὶ τέρατα προεγίνωσκε καὶ ἐκβάσεις καιρῶν καὶ χρόνων»22 (Πρβλ. Σοφ. Σολ. 10, 31). Μὲ τὴν συνεχῆ θαυματουργικὴ παρουσία του ἀνάμεσά μας ἐπιβεβαίωσε ὅτι καὶ στὶς ἔσχατες ἡμέρες μας «θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ»23 (Ψαλμ. 67).

Συγχρόνως ἡ ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του ἦταν καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ «σαββατισμοῦ» του, ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος «πᾶσα σὰρξ βροτεία ἐσίγησε καὶ μηδὲν γήϊνον ἐλογίζετο»24 (Πρβλ. ὕμνον ἐκ τῆς Θείας Λειτουργίας Μ. Σαββάτου). Διότι ὁ Γέροντας, ἀνεπαύθη μόνον ὅταν ἐκοιμήθη, ἀφοῦ ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες ἀνήλωσε τὴν ζωή του στὴν διακονία κάθε ψυχῆς, θαυματουργῶν, θεραπεύων, προλέγων, νουθετῶν, διδάσκων τὴν παρουσίαν τῆς Θείας Χάριτος καὶ τοῦ Θείου Ἐλέους μέσα εἰς τὴν ζωήν μας.

Καὶ παλαιότερα, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως καὶ σήμερα εἰς τὸν σύγχρονο κόσμο μας, τὰ πάντα φαίνονται νὰ εὑρίσκωνται μέσα σὲ μιὰ κρίσι: κοινωνία, οἰκονομία, πολιτισμός, πνευματικότης. Διαρκῶς συσσωρεύονται ὅλο καὶ περισσότερα δυσεπίλυτα προβλήματα. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν κατάστασι, μέσα σὲ αὐτὰ τὰ ἀδιέξοδα, μέσα σὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Θεὸς κατεργάζεται τὴν σωτηρία μας· τὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεώς μας· ἐνῷ ὁ Ἴδιος παραμένει ὁ ἀόρατος, ὁ ἀκατάληπτος, ὁ ἀεὶ ὤν, ὁ ὡσαύτως ὤν, ὁ ἀπείραστος, ὁ φιλόψυχος, ὁ παντοδύναμος, ὁ φιλεύσπλαγχνος, ὁ ταπεινῶν καὶ ἀνυψῶν, ὁ παιδεύων καὶ ἰώμενος.

Οἱ πόλεμοι καὶ οἱ ταραχὲς μᾶς περιβάλλουν· στενεύουν τοὺς ὁρίζοντές μας· καὶ φανερώνουν τὰ σημεῖα τῶν προφητικῶν καιρῶν. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὴν εἰρήνη· ἀλλὰ κυβερνᾷ τὸν κόσμο μὲ τὸν πόλεμο· ἔγραφε φιλοσοφῶν διανοητής. Ὁ πόλεμος, ὁ κάθε πόλεμος, ἡ κάθε πειρασμικὴ κατάστασις, ἡ κάθε ἀδικία, ἡ κάθε ἀνησυχία, τὰ πολλὰ πάθη μας, οἱ σωματικὲς ἀσθένειές μας, ἀσυναίσθητα πολλὲς φορὲς μᾶς φέρνουν κοντὰ στὸν Θεό. Καὶ τότε ἀνατέλλει ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς «τὰ παρόντα θλιβερὰ προσυναλλάσσει τοῖς μέλλουσι ἀγαθοῖς», κατα τὸν Μᾶρκο τὸν ἀσκητή.

Ἀκόμη, ὁ προφητικὸς λόγος τοῦ Θεσβίτου Ἠλία μᾶς προτρέπει νὰ ἀναζητοῦμε τὸν Θεὸ μέσα στοὺς πόνους, μέσα στὶς αἰχμαλωσίες, μέσα στὰ ἐρείπια,μέσα στὶς ἀδικίες, μέσα στὰ βάσανα, μέσα στὴν φωτιά, διὰ νὰ Τὸν βροῦμε τελικά, ἁπλὰ μέσα στὴν «αὔρα τὴν λεπτὴ τῆς ἀναπνοῆς». Ἐκεῖ θὰ Τὸν βροῦμε καὶ θὰ ἀναφωνήσουμε κάποια στιγμὴ ἐκστατικοὶ ἀπὸ τὸ θαῦμα: «Ζῇ Κύριος ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ»25 (Γ´ Βασ. 17,1), ὁ μόνος εὐλογητὸς εἰς τὸν αἰῶνα. Μέσα στὸν ἀνθρώπινο πόνο, ἀλλὰ καὶ μέσα στὸν δικό του προσωπικὸ πόνο, ἀναζήτησε τὸν Θεὸ καὶ ὁ Ἅγιός μας, καὶ ἐκεῖ τὸν βρῆκε σὰν αὔρα λεπτή, θαυματουργική.

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος, ἀγκάλιασε τὸν πόνο καὶ τὴν δυσκολία, καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὰ ἁγίασε. Μὲ τοὺς πολλοὺς πειρασμούς, τὶς βαρειὲς δοκιμασίες τῆς ὑγείας του, τὴν ἀνυποχώρητη ἄσκησι, τὴν μυστικὴ ἀγγελικὴ ζωή, τὴν ἁπλότητα τῆς πίστεως, τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας, τὶς συνεχεῖς ἐπικοινωνίες πρὸς ἐκείνους τοὺς πολλοὺς ἀγνώστους, ποὺ εἶχαν ἀνάγκη λόγου παρηγορίας μέσα στὰ μεσάνυκτα ἢ τὶς πρωϊνὲς ὧρες πολλὲς φορές, μέσα στὸ ἀτελεύτητο ἀπολυτίκιο τῆς ζωῆς, τοὺς ἐπισκεπτόταν ἡ παρήγορος ξαφνική, σὰν «αὔρα λεπτὴ» καὶ παργηροτηική, φωνὴ τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ ἀσυρμάτου. Ὁ Ὅσιος Πορφύριος, ὅπως ζοῦσε μέσα στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν πλέον ἀπομακρυσμένη ἔρημο τῶν Καυσοκαλυβίων, ἔτσι ζοῦσε καὶ ἀργότερα μέσα στὸ κέντρο τῆς πολύβουης Ἀθήνας, ὡς ἐφημέριος τοῦ ἐκκλησιδίου τοῦ Ἁγίου Γερασίμου τῆς Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν, ὅπου τὸν ἐπλησίαζαν ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι, «ἄνθρωποι πονεμένοι, τσακισμένες ψυχὲς ποὺ ἐρχόντουσαν ἐκεῖ γιὰ νὰ χύσουν τὸ δάκρυ τῆς ψυχῆς τους»26 (Πρβλ. Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καὶ Λόγοι, «Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν»), ὅπως ἀκριβῶς και πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα.

Ὁ Γέροντας Πορφύριος ἔλεγε ἀκόμη καὶ παρακινοῦσε: «Νὰ ἐργάζεσαι ως ἀθάνατος καὶ νὰ ζῆς ὡς ἑτοιμοθάνατος»27 (Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καὶ Λόγοι, «Ἅγιος Νικόλαος Καλλισίων»). Αὐτὴ τὴν πραγματικότητα τὴν βιώνουμε διαχρονικά, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως στὶς ἡμέρες μας. Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο, μέσα στὶς συνθῆκες τῆς ἀβεβαιότητος, τὶς ὁποῖες ζοῦμε, νὰ ἔχουμε στραμμένο τὸ βλέμμα μας ἀποκλειστικὰ στὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ὅλα τὰ φοβερὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς μας δὲν θὰ μᾶς τρομάζουν, διότι ὁ Θεὸς λέγει «πολεμήσω μετ᾽ αὐτῶν ἐν τῇ ῥομφαίᾳ τοῦ στόματός μου»28 (Ἀποκ. 2, 16).

Ἐμπρός, λοιπόν, στὸ ἀπολυτίκιο, δηλαδὴ στὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου, πᾶς λόγος καὶ πᾶσα ἀνθρωπίνη ἔκφρασις σιωπᾷ καὶ ἀναλογίζεται τὸ βάθος τοῦ πλούτου τῆς γνώσεως καὶ τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ29 (Πρβλ. Ῥωμ. 11, 33), ὁ ὁποῖος σὲ κάθε ἐποχὴ ἀναδεικνύει ἀφανεῖς Γέροντες, διὰ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὸ ἱερὸ καὶ στὸ ἀγαθὸ μὲ τὴν ἰδία βιοτὴ καὶ τὴν θαυματουργικὴ ἀνάμεσά μας παρουσία τους.

Ὁ ὁμιλῶν ταπεινὸς ἀδελφός σας, βιώσας μετὰ τοῦ αὐταδέλφου του Ἰωάννου, πρὸ δεκαοκταετίας ἀκριβῶς, τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου, διὰ τοῦ λυτρωμοῦ των ἐκ βεβαίου θανάτου, ἐκστατικὸς καὶ ἐν φόβῳ καὶ τρόμῳ σιωπᾷ -ἤδη εἶπε πολλὰ- καὶ δίνει τὸν λόγο εἰς τὸν Ἅγιον Πορφύριον, διαχρονικὰ λέγοντα καὶ μαρτυροῦντα «ἄῤῥητα ῥήματα» καὶ «ἄῤῥητα θαύματα». Καὶ ὁ λόγος του ἀλήθειά ἐστι, ὅτι οὐδεποτε ἠθέλησε τὸ ἰδικόν του θέλημα, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντος αὐτὸν Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ 30 ( Πρβλ. Ἰωάν. 6, 38).

Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ, πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἡ ἀγάπη σας, ἀφοῦ εὐχαριστήσω ἀπὸ καρδίας καὶ σεβαστικῶς τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κύριο Ἱερώνυμο διὰ τὴν κυριαρχικὴ ἐπισκοπική του εὐλογία νὰ συμπροσεύχωμαι μαζί σας κατὰ τὴν εὐχαριστιακὴ μας σύναξι αὐτὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου μας Πορφυρίου, νὰ κατακλείσω τὸν λόγο μὲ ἕνα ἄλλο ἀπολυτίκιο συνεχὲς καὶ ἀτελεύτητο τοῦ Ἁγίου μας: «Σκεῦος Χάριτος τοῦ Παρακλήτου, σὲ ἀνέδειξεν ἡ τῆς Τριάδος χαριτόβρυτος Πάτερ ἐπίνευσις· σὺ γὰρ αὐξήσας συντόνως τὸ χάρισμα, ὡς φωτοφόρος ἐν κόσμῳ διέλαμψας... καὶ ἰαμάτων χάριν ἔλαβες, μάκαρ, πόνους ἀποδιώκειν καὶ ἰάσεις παρέχειν...»31 (Βλ. Ἀπολυτίκιον Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Χρυσοπηγῆς Χανίων (2014)).

Καὶ τὸ τέλος τοῦ ἀπολυτικίου αὐτοῦ τὸ δανείζομαι ἀπὸ τὸν ὑμνητὴν τοῦ Ἁγίου μας Γέροντος, Βασίλειον τὸν Ἰβηρίτην: Ὁ Γέρων Πορφύριος ἦταν «ἅγιος, καθαρός, γι᾽ αὐτὸ ἔβλεπε παντοῦ καὶ μετέδιδε καθαρότητα καὶ ἐλπίδα, ποὺ εἶναι δῶρο τῆς Χάριτος. Μᾶς εἶπε καὶ μᾶς λέγει: Μὲ ἔστειλε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νὰ σᾶς δώσω κάτι. Σᾶς τὸ ἔδωσα καὶ φεύγω, χάνομαι. Φεύγοντας θὰ εἶμαι πιὸ πολὺ μαζί σας· αὐτὴ εἶναι τελικὰ ἡ θεία εὐλογία. Ὅταν ζοῦμε ἐν Χριστῷ ὁ θάνατος δὲν διακόπτει, ἀλλὰ τονίζει καὶ λαμπρύνει τὶς σχέσεις μας...»32 (Προηγούμενος Βασίλειος Γοντικάκης, «Ὁ Γέροντας Πορφύριος ὡς Ἁγιορείτης»).

Καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί, παρακαλοῦμε σήμερα ἱκετευτικὰ τὸν Ἅγιό μας Πορφύριο: «ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν», Ἅγιε, καὶ «ποίησον μονὴν καὶ σκηνὴν παρ᾽ ἡμῖν» καὶ «μεῖνον μεθ᾽ ἡμῶν ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα»33 (Πρβλ. Δοξαστικὸν Αἴνων Πεντηκοστῆς· Ἰωάν. 14, 23· Λουκ. 24, 29)· μεθ᾽ ἡμῶν, ποὺ παγώνουμε μέσα στὸ κρύο καὶ καιόμεθα μέσα στὸ καμίνι τῆς ἀγωνίας τοῦ κόσμου τούτου. Καὶ βοήθησέ μας νὰ «χαθοῦμε μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ»34 (Προηγούμενος Βασίλειος Γοντικάκης, «Ὁ Γέροντας Πορφύριος ὡς Ἁγιορείτης»)· νὰ κάνουμε ὑπομονὴ ἐκεῖ ποὺ εὑρισκόμεθα· νὰ σηκώνουμε καρτερικὰ τὸν σταυρὸ ποὺ ὁ Κύριος ἐπέτρεψε. Καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἡ Χάρις μέσα μας· τότε θὰ δοῦμε τὰ ἀόρατα· καὶ θὰ μᾶς χαρισθοῦν τὰ ἀνείπωτα, ὡς πλησμονὴ ἀϊδίου ζωῆς καὶ ἑνότητος, ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, εἰς τὸν Ὁποῖον πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Περιεχόμενα

Ἄρθρα: 535
Κειμενοθήκη: 2.077
Εἰκονοθήκη: 35.634
Ἠχοθήκη: 8.764
Βιντεοθήκη: 59
καταφορτώσεις: 302.602
ἐμφανίσεις ἄρθρων: 1.245.818
Τελευταία ἐνημέρωσις:
18 Νοε 2017, 23:02:22