Ὁ Γέροντας Πορφύριος ὡς Ἁγιορείτης

Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου Γοντικάκη

Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ἀναφέρει, ὅτι ἡ ἡμέρα ταφῆς μας εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς παύσεως τοῦ ἀγῶνος. Μέχρι τότε ὅλοι ἀγωνιζόμαστε καὶ κρινόμαστε. Σήμερα τιμοῦμε τὸν γέροντα Πορφύριο, ποὺ εἶναι δῶρο Θεοῦ τετελειωμένο.

Δὲν εὐχόμαστε νὰ ὑπῆρχε κάποιος ποὺ νὰ μᾶς ἔδιδε μιὰ ζωντανὴ μαρτυρία τῆς πίστεως. Οὔτε σχολιάζομε κάποιον ἀσκητή, ποὺ βρίσκεται ἐν ζωῇ, ἀγωνίζεται. Καὶ δὲν ξέρομε πῶς θὰ τελειώσει.

Τώρα εἶναι διαφορετικά. Μιλοῦμε γιὰ κάποιον, ποὺ ἄρχισε καὶ τελείωσε τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς μὲ ἕνα ἅγιο καὶ θαυμαστὸ τρόπο. Μπορεῖ νὰ πῇ ἀφώνως στὸν Κύριο, ποὺ τὸν ἔστειλε μεταξύ μας: «Τὸ ἔργον ἐτελείωσα, ὃ δέδωκάς μοι, ἵνα ποιήσω» (Ἰω. 17,5).

Ἀλλὰ πάλι δὲν εἶναι εὔκολα τὰ πράγματα. Ἡ περίπτωση τοῦ γέροντος Πορφυρίου εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερο ἀπὸ τὴν μέχρι τέλους. Εἶναι μία θεοφάνεια, κάτι τόσο ἅγιο καὶ καθαρό, γιὰ τὸ ὁποῖο ταιριάζει ἡ φράση: «Ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων». Γι᾿ αὐτὸ δίσταζα καὶ δὲν ἤθελα νὰ μιλήσω. Καὶ τώρα διστάζω, γιατὶ μᾶς ξεφεύγει τὸ ἀσύλληπτο μεγαλεῖο του. Ἔχομε ἕνα ἔκτακτο φαινόμενο προφητικῆς κλήσεως καὶ ζωῆς. Τὸν καλεῖ ὁ Θεὸς δωδεκάχρονο στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τῆς ἐρήμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἕνας θεῖος ἔρωτας τὸν ἕλκει. Ἀστὴρ μυστικὸς τὸν ὁδηγεῖ στὸν συγκεκριμένο γέροντα Παντελεήμονα, στὴν καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων. Τὸ Κυριακὸ βρίσκεται κοντά, λίγο παρακάτω. Τὸ ξεροκάλυβο τοῦ γερο-Δημᾶ βρίσκεται λίγο παραπάνω.

Ἐκεῖ ζῇ. Ἀνοίγει τὰ μάτια του στὸν νέο κόσμο τῆς ἀσκήσεως. Ἀναπνέει τὸν καθαρὸ ἀέρα τῆς ἐρήμου. Ὀσφραίνεται τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου. Μπαίνει μέσα στὸ κάλλος τῆς λειτουργικῆς θεολογίας.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ πολλοὶ ἐπισκέπτονται τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ Σικελιανὸς καὶ ὁ Καζαντζάκης ἔρχονται ὡς ἐπισκέπτες στὰ Καυσοκαλύβια. Καθένας, ὅμως, ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς του, ἐπισκέπτεται καὶ ἀνακαλύπτει ἕνα ἄλλο Ἅγιον Ὄρος.

Ὁ μικρὸς Εὐάγγελος γνώρισε τὸ ἀληθινὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μᾶς τὸ κοινοποίησε. Ὡς ἄγγελος καθαρὸς τὰ δίδει ὅλα στὸν Χριστὸ καὶ δέχεται τὴ Χάρι. Μπαίνει, ὅπως λέει ὁ ἴδιος στὴν ἄκτιστη Ἐκκλησία. Χαίρεται τὶς ἀκολουθίες. Τρέφεται ἀπὸ τὴν εὐχή. Δὲν χωρίζει τὴν προσευχὴ ἀπὸ τὴν ἐργασία. Κάνει τὴν ὑπακοὴ μὲ ὅλη του τὴν καρδιά. Τρέχει σὲ ὅλα του τὰ διακονήματα μὲ προθυμία. Στενοχωριέται, ὅταν δὲν τοῦ φέρονται αὐστηρά. Ριζώνει στὴ νέα γῆ τῆς πνευματικῆς πολιτείας. Τρέφεται ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀγάπης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ κλάδοι τῶν ἐφέσεων καὶ τῶν προσδοκιῶν του εἶναι οὐρανομήκεις καὶ φτάνουν στὸν γνόφο τῆς ἀορασίας καὶ τῆς ἀνυπαρξίας. Θέλει, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, «νὰ φύγῃ, νὰ χαθῆ, νὰ μὴν ὑπάρχει. Ζῇ μέσα στὸν χῶρο τῆς ὀρθοδόξου ἐλευθερίας. Νοιώθει καὶ ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι τρέλα, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου».

Τοῦ συμβαίνει τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς μὲ τὸν γερο-Δημᾶ. Μέσα στὸν σκοτεινὸ νάρθηκα τοῦ Κυριακοῦ, ὅπου ὁ περιφρονημένος γέροντας κάνει μετάνοιες, βγάζει κραυγὴ δοξολογίας. Ἐκπέμπει τὴ λάμψι τῆς Χάριτος. Καὶ παίρνει φωτιὰ ἡ εὔφλεκτη ὕλη τοῦ μικροῦ ἀσκητῆ!

Κοσμογονικὰ γεγονότα πράττονται ἐν σιγῇ. Κανεὶς δὲν παίρνει εἴδησι τοῦ τί συνέβη ἐκεῖνο τὸ βράδυ στὴ Σκήτη. Ὅπως κανεὶς δὲν ἄκουσε πρὶν δύο χιλιάδες χρόνια τὴ συζήτησι τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ μὲ τὴν ἄγνωστη Κόρη τῆς Ναζαρέτ, ποὺ δέχεται τὸν οὐράνιο ἀσπασμό, συλλαμβάνει τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναδεικνύεται Θεοτόκος καὶ κοσμοσώτειρα.

Ὁ μικρὸς μοναχὸς δὲν δίδει σημασία στὸ χάρισμα, μόνο τρέμει σύγκορμος ἀπὸ τὴ συγκίνησι. Γεννᾶται μέσα του ἡ χαρά, ἡ ἔκπληξι, ἡ γνῶσι, ἡ θεολογία. Γεννᾶται μέσα του ὁ νέος ἄνθρωπος, μὲ νέες αἰσθήσεις, χαρὲς καὶ ἐφέσεις. Βλέπει, ἀκούει καὶ ὀσφραίνεται διαφορετικά. Φουντώνει μέσα του ὁ θεῖος ἔρως. Θέλει νὰ μείνει μόνος καὶ ἄγνωστος μέσα στὴ σιωπή. Νὰ ζήσῃ καὶ νὰ προχωρήσῃ ὅπου τὸν φέρνει ἡ ἀνέκφραστή του ἐμπειρία. Νὰ χαθῇ μὲ τοὺς ἀγνώστους καὶ μυστικοὺς μοναχοὺς μέσα στὸν παράδεισο τῆς ἐρημικῆς κοινωνίας.

Ὁ Θεός, ὅμως, ἐνεργεῖ διαφορετικὰ γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ μᾶς. Τὸν βλέπει ἱκανὸ γιὰ τὴν ἐκτέλεσι δύσκολης ἀποστολῆς. Τὸν στέλνει σὲ ἄλλους χαμένους, στὰ ἀπολωλότα πρόβατά Του, στὸν κόσμο. Τὸν στέλνει σὲ μᾶς.

Τὸ νὰ εἶσαι ἀπολωλὼς καὶ νὰ νομίζῃς, ὅτι εἶσαι δάσκαλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῆς θεολογίας, εἶναι ἐπικίνδυνο. Σ᾿ αὐτοὺς στέλνει ὁ Θεὸς τὸν ἀνύπαρκτο καὶ ἐλάχιστο τοῦτο μοναχό.

Φτάνει στὴν καρδιὰ τῆς Ἀθήνας, στὴν καρδιὰ τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα. Μένει στὴν Ὁμόνοια 33 χρόνια, ἀπὸ τὸ 1940 μέχρι τὸ 1973. Τὰ ζῇ ὅλα, ὅπως λέει, σὰν μία μέρα.

Τί κάνει; Τίποτε· μόνο ἀγαπᾷ. Ἀφήνει ἀπὸ μέσα του νὰ ξεχυθῇ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς Ἀναστάσεως ποὺ ἔζησε καὶ πῆρε ἀπὸ τὴν ἁγιορείτική του ζωὴ καὶ ἐμπειρία.

Βλέπει, ὅτι ὅλοι δίκαιοι καὶ ἁμαρτωλοί, ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἀγάπη. Τοὺς ἔχει λείψει ἡ στοργὴ τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ αὐτὸς πλουσιοπάροχα δέχτηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος, μέσα στὴ ζωὴ τῆς ἡσυχίας καὶ τὸ μέλος τῆς θεολογίας.

Ἐδῶ βλέπει τοὺς ἀνθρώπους σὰν παιδιὰ προβληματικά, ἀτροφικὰ καὶ σαστισμένα. Ὑποσιτιζόμενα μὲ μιὰ ἄψυχη κι ἀναιμικὴ θεολογία καὶ εὐσέβεια. Ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ στοργὴ καὶ ἀγάπη, ἀπὸ ἐλευθερία καὶ χάρι, ὄχι ἀπὸ φωνὲς καὶ ἐκνευρισμούς.

Θυμᾶται ὅτι «στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ πνεῦμα ποὺ ἔμαθε ἦταν Ὀρθόδοξο, βαθύ, ἅγιο, σιωπηλό, χωρὶς ἔριδες, χωρὶς καυγάδες καὶ χωρὶς κατακρίσεις». Εἶχε βρῇ ἀγάπη, εὐλάβεια, οὐράνια πολιτεία. Ἀγάπησε τὸν Χριστό. Ἀναγεννήθηκε ὁλόκληρος. Πῆγε «κουτὸς καὶ ντροπαλός». Κι ἔγινε ἔξυπνος, τολμηρὸς καὶ ὡραῖος. Ἄνοιξαν οἱ αἰσθήσεις του. Ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του. Ἔζησε τὸ γεγονός, ὅτι ( ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἄλλος σταλμένος στὸν κόσμο Ἁγιορείτης Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς) ὁ Θεὸς εἶναι ὅλο φῶς, ὅλος χαρά, ὅλος εὐσπλαχνία, ὅλος εὔεργεσια, ὅλος ἀγάπη. Αὐτὸ εἶπε μὲ τὴν παρουσία του ὁ γέροντας Πορφύριος στὸν κόσμο.

Μπαίνοντας στὸν χῶρο μας δὲν μίλησε τὴ γλῶσσα μας. Δὲν σχολίασε τὶς ἀπόψεις μας. Ἁπλῶς ἄνοιξε ἕνα παράθυρο καὶ ἦλθε ἄνεμος καθαρὸς καὶ δροσερός, ποὺ παρέσυρε τὴν πνευματικὴ νωθρότητα καὶ ἀχλύ. Ἀναζωογόνησε τὰ σωθικὰ τοῦ κόσμου.

Δὲν ἔδωσε οὔτε ἐπιεικεῖς οὔτε αὐστηρὲς συμβουλές. ἀλλὰ ἐξέχεε τὴν χάρι τοῦ Πνεύματος, ποὺ «λύει τὰ δεσμὰ καὶ δροσίζει τὴν φλόγα». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁγιορείτικη καὶ ὀρθόδοξη θεολογία.

Ἡ συμπεριφορά του οἱ κινήσεις τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός του, δὲν ρυθμίζονται ἀπὸ προσπάθεια νὰ μὴν σκανδαλίσῃ κανένα, οὔτε ἀπὸ πρόθεσι νὰ φανῇ καλὸς καὶ εὐσεβής. Ὅλα αὐτὰ -τὸ νὰ παριστάνεις κάτι- εἶναι ξένα καὶ ἀνύπαρκτα γιὰ τὴν ἁγιορείτική του ἀγωγὴ καὶ τὸ ἦθος.

Ὅλα ρυθμίζονται ἀπὸ μόνα τους ἀπὸ μιὰ ζέση πίστεως καὶ ἕνα θεῖο ἔρωτα, ποὺ κοχλάζει μέσα του καὶ φτάνει στὸν ἄλλο ὡς εὐλογία καὶ ἔκπληξι. Δὲν ἔχεις μπροστά σου ἕναν ἄνθρωπο εὐγενῆ καὶ μετρημένο, ποὺ σοῦ μιλᾷ συνετά, ἀλλὰ ἕναν ἔνθεο, μεθυσμένο ἀπὸ ἔρωτα θεϊκό. Καὶ σὲ κατακλύζει μὲ κύματα ἐνθουσιασμοῦ πού, ἐκείνη τὴν ὥρα, ἀναδύονται ἀπὸ ἐκρήξεις χαρᾶς ποὺ ξεσποῦν στὴν καρδιά του.

Ὅλα εἶναι ἀρτιγέννητα, αὐθεντικὰ καὶ ἀτελείωτα. Ἔξω ἀπὸ τὰ τυποποιημένα, ξεθωριασμένα καὶ γνωστά. Εἶναι ὁ νέος οἶνος ποὺ σχίζει τὰ παλιὰ ἀσκιά. Νέα συμπεριφορά, λόγος, κίνηση, μανία καὶ χαρὰ ἑνὸς ἁγίου, ποὺ σὲ γεμίζει μὲ ἀνάπαυσι. Σοῦ δημιουργεῖ αἴσθησι ἐμπιστοσύνης. Σοῦ διαστέλλει τὸν χῶρο τῆς ζωῆς. Σοῦ διαλύει τὰ εἴδωλα τῆς γνωστῆς θεολογίας· ἡ συντηρητικὴ εἶναι στενόκαρδη καὶ σὲ πνίγει· ἡ φιλελεύθερη, διάτρητη καὶ σὲ παγώνει.

Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν πεῖς οὔτε συντηρητικό, οὔτε φιλελεύθερο. Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν σχολιάσεις· εἶναι τὸ ἄνωθεν ἐρχόμενο, ποὺ τὰ ξεπερνᾷ ὅλα. Σοῦ προκαλεῖ δέος καὶ σοῦ ἀνοίγει τὴν καρδιά.

Μιλᾷ πάντα αὐθόρμητα καὶ ἀνεπιτήδευτα. Χρησιμοποιεῖ παράξενες λέξεις: «βρὲ» καὶ «μωρέ»! Καὶ ὅλα εἶναι γεμάτα παιδικὴ χάρι, ἀλήθεια καὶ τόλμη, ποὺ δημιουργοῦν μία θεία οἰκειότητα. Ἔμεινε κοντά μας πάνω ἀπὸ ἑξήντα χρόνια, σὰν ἥλιος εὐσπλαχνίας. Μᾶς μαλάκωσε ταὴν ψυχή, χωρὶς νὰ τὸ περιμένωμε. Μᾶς ἔλυσε τὰ προβλλήματα, πρὶν τὸν ρωτήσωμε. Ἀφαίρεσε τοὺς κακοήθεις ὄγκους, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβωμε. Μᾶς ἔκανε μία ὑποδόρια ἔνεσι καὶ μᾶς χάρισε μιὰ ἐπουράνιο ἄνεσι. Μᾶς εἶπε πὼς νὰ ζήσωμε καὶ νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας· περιφρονώντας τὸν διάβολο καὶ τὰ πάθη, καὶ ἀγαπώντας τὸν Χριστό. Ζητώντας νὰ γίνεται πάντοτε τὸ θέλημά Του στὶς χαρὲς καὶ στὶς λύπες.

Κυκλοφόρησε μεταξύ μας ὡς ἄμεμπτος καὶ πολιτεύθηκε ἐλεύθερα ὡς ἅγιος. Φανέρωσε τὴν ἐλευθερία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Δὲν κραυγάζει, δὲν ἀκούει κανεὶς τὴν φωνή του στὶς πλατεῖες (πρβλ. Ματθ. 12-19).

Ὡς σίφουνας ἀθόρυβης ἀγάπης, θωπεύει ἰαματικὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι. Μιλᾷ προσωπικά, ἐκφράζεται ἐλεύθερα καὶ ἐπισκέπτεται ὅλους. Δὲν κρίνει, ἀλλὰ θεραπεύει. Δὲν ἀποπαίρνει, ἀλλὰ μόνο χαροποιεῖ.

Ἐνῷ βλέπει τὴν πνευματικὴ ἀναιμία τῆς θεολογίας τῶν πανεπιστημίων καὶ τῶν κηρυγμάτων, δὲν κάνει σχόλια ἀρνητικά. Παρακολουθεῖ κάποια μαθήματα στὸ Πανεπιστήμιο. Παίρνει ποιήματα τοῦ Βερίτη καὶ μιλᾷ ἐπαινετικά.

Ἐνῷ βλέπει τί εἶναι ὁ κόσμος καὶ ἡ κοσμικότητα ποὺ βασανίζει τὸν ἄνθρωπο, δὲν διστάζει νὰ πάρει λαϊκὰ τραγούδια καὶ νὰ τὰ σχολιάσει μὲ τὸν δικό του ἅγιο τρόπο.

Ἐνῷ ξέρει τί εἶναι ὁ ἀρχαιοελληνικὸς παγανισμός, ἐπισκεπτόμενος τὸ Μουσεῖο διακρίνει στὸν καλλιτέχνη, ποὺ ἔφτιαξε τὸ ἄγαλμα τοῦ Δία, στοιχεῖα πνευματικῆς γνησιότητος, καὶ δὲν φοβᾶται νὰ τὰ σχολιάσει θετικά.

Ἐνῷ γνωρίζει τὴν ταλαιπωρία τῶν γυναικῶν ποὺ βρίσκονται στοὺς οἴκους ἀνοχῆς, χαίρεται ὅταν βρίσκεται κοντά τους. Ψάλλει μ᾿ ὅλη του τὴν καρδιὰ τὸ «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε…». Τὶς καλεῖ νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο Σταυρό. Καὶ τοὺς μιλάει γιὰ τὸ πόσο ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη γιὰ ὅλους καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.

Ἐνῷ βλέπει, ὅτι τὰ κάνομε θάλασσα, δὲν μᾶς ἀποστρέφεται. Τὰ ξέρει ὅλα καὶ δὲν ἀντιπαθεῖ κανένα. Ἡ ὀξυδέρκειά του μᾶς φωτίζει καὶ ἡ ἐπιείκιά του μᾶς μαστιγώνει.

Μόνη ἡ παρουσία του εἶναι μιὰ εὐλογία καὶ μιὰ δοκιμασία. Εἶναι παρηγοριὰ διὰ τοὺς πονεμένους καὶ παραστρατημένους. Καὶ κρίσι φιλάνθρωπη, ἀλλὰ καὶ ἀδέκαστη γιὰ τοὺς θερουμένους πνευματικοὺς καὶ δασκάλους τῆς ζωῆς.

Πράγματι «ἐγένετο ἐν ἡμῖν εἰς ἔλεγχον ἐννοιῶν… ὅτι ἀνόμοιος τοῖς ἄλλοις ὁ βίος αὐτοῦ» (Σοφ. Σολ. 2,14-15). Διακρίνει μὲ σαφήνεια τὰ ἀόρατα στοὺς πολλοῦ καὶ ἀφήνει διακριτικὰ νὰ φανῇ ἐκεῖ ποὺ πρέπει. Τὴν ταπεινολογία χαρακτηρίζει ὡς δαιμονισμό.

Ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ὀσφραίνεται κάποια βαριὰ μυρωδιὰ καὶ ἀποφορά, ἄλλοι, ποὺ παρουσιάζονται πνευματικοὶ ὁδηγοί, αἰσθάνονται καὶ μιλοῦν γιὰ εὐωδία θυμιάματος.

Εἶχε τὴν δική του διαφορετικὴ γνώμη γιὰ γεγονότα τοῦ καιροῦ μας καὶ πρόσωπα, ποὺ ἄλλα πῆγαν νὰ τιμηθοῦν ὡς ἅγιοι καὶ ἄλλα νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ὡς ἔκλυτοι. Βλέπει ἁγίους στὸν κόσμο ἐκεῖ ποὺ ἐμεῖς δὲν τοὺς ὑποψιαζόμαστε.

Διακρίνει τὰ πνεύματα καὶ ὁδηγεῖ ὅλους στὸν λιμένα τῆς σωτηρίας.

Μένει πιστὸς στὴν ἐκκλησία καὶ τὴν ἠρεμία τοῦ Πνεύματος.

Οἱ γέροντές του, ἱερομόναχοι Παντελεήμων καὶ Ἰωαννίκιος, καλοὶ καὶ ἀγαθοὶ -ποὺ πάντα τοὺς σεβόταν- παρασύρθηκαν καὶ ἔπεσαν στὴν παγίδα τοῦ ζηλωτισμοῦ μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου. Αὐτὸς ὄχι.

Ἀργότερα μὲ τὸ 666 καὶ τὸν Ἀντίχριστο πολλοὶ ταράχτηκαν καὶ μετέδωσαν τὴν ταραχή τους σὲ ἄλλους.

Αὐτὸς ἔμεινε γαλήνιος καὶ ἀντιμετώπισε σταθερὰ τὸ θέμα μὲ τὴν δύναμι ποὺ τοῦ χάριζε ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα του.

Ἡ ἀταλάνευτη ἠρεμία καὶ τὸ ἀγγελικό του χαμόγελο ἦταν δωρεὰ τοῦ Πνεύματος καὶ ἀποτέλεσμα σκληροῦ ἀγῶνα καὶ ἀσκήσεως στὴν ταπείνωσι καὶ στὴν ἀγάπη. Τὸ νὰ ἐκνευρίζεσαι καὶ νὰ ἐκνευρίζῃς εἶναι εὔκολη, ἀλλὰ καὶ ὀλέθρια παρεκτροπή, ὅσο καὶ ἂν τὴν ὀνομάζωμε προφητικὸ ζῆλο.

Ἀπαιτεῖται διάκρισι καὶ φωτισμὸς γιὰ ὅλες τὶς ἐνέργειές μας.

Δὲν πρέπει νὰ τανύζωμε κάτι μικρὸ μέχρι νὰ τὸ ἑξαρθρώσωμε. Οὔτε νὰ καταπιέζωμε κάτι μεγάλο καὶ θεϊκὸ μέχρι νὰ τὸ ἐξουθενώσωμε, γιὰ νὰ τὸ φέρωμε στὰ μέτρα μας.

Πρέπει νὰ ἐναποθέτωμε τὰ πάντα στὴν θέλησι τοῦ Θεοῦ κι Ἐκεῖνος νὰ ἀποφασίζῃ.

Ἄλλο εἶναι τὸ ἀνθρώπινο καὶ φτιαχτό, ποὺ ρυθμίζεται ἀπὸ δικές μας πράξεις καὶ ἐπιδιώξεις. Καὶ ἄλλο εἶναι τὸ ἀληθινὸ καὶ θεοκίνητο, ποὺ δὲν ἐλέγχεται ἀπὸ ἀνθρώπινες ἐπεμβάσεις.

Τὸ πρῶτο θὰ προδοθῇ ἀργὰ ἢ γρήγορα καὶ θὰ φθαρῇ, ὡς κτιστὸ καὶ ἀνθρώπινο, ὅσο κι ἂν τὸ στολίσωμε μὲ θαύματα καὶ προφητεῖες.

Τὸ δεύτερο καὶ ἀληθινὸ θὰ μείνῃ ὡς εὐλογία θεία καὶ ἀειλαμπής, παρ᾿ ὅλες τὶς προσπάθειες νὰ περιφρονηθῇ καὶ νὰ ταφῇ.

Τὸ Ἅγιον Ὄρος πήγαμε καὶ νὰ τὸ ξεχάσωμε καὶ νὰ τὸ θάψωμε, ἀλλὰ μένει ἐκεῖ ἄσβεστη ἡ ἄκτιστη φλόγα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ γέρων Πορφύριος ἦταν μιὰ φανέρωσι αὐτοῦ τοῦ ἀσπίλου καὶ ἀδύτου φέγγους καὶ μιὰ μαρτυρία τῆς Χάριτος· τῆς ἁγιορείτικης ζωῆς καὶ ἐμπειρίας γιὰ τὴν ἐποχή μας.

Ἐστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ περίοδο πνευματικῆς καχεξίας καὶ ἐξεπλήρωσε μία θεία ἀποστολή.

Ὅταν πλησίασε τὸ τέλος του, παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ τελειώσῃ τὴν ζωή του στὰ Καυσοκαλύβια, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε πνευματικά. Νὰ χαθῇ μὲ τοὺς χαμένους καὶ ἀειζώους ἀδελφούς του, ποὺ ἀγάπησε κι ἔγινε ἕνα μ᾿ αὐτούς. Τοῦ δώσανε τὴν χάρι. Καὶ δὲν τοὺς ξέχασε, οὔτε χωρίστηκε ἀπ᾿ αὐτούς, ὅσα χρόνια κι ἂν ἔζησε μακριά τους.

Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ δέησί του. Ἐπέστρεψε καὶ ἐκοιμήθη στὴν Καλύβη ποὺ ἐκάρη μοναχός. Ἔγινε τὸ ἐξόδιό του στὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης.

Ζήτησε νὰ ταφῇ στὸν τάφο ὅπου εἶχαν βάλει νωρίτερα ἕνα χοντρὸ καὶ γελαστὸ μοναχό, γιὰ νὰ πάρῃ κάτι ἀπὸ τὴν ἁγιότητά του. Μετὰ τὴν ἐκταφὴ τοῦ π. Πορφυρίου, ἐτάφη στὸν ἴδιο χῶρο ὁ γέροντας παπα-Νικάνωρ. Ἔγινε ἤδη καὶ ἐκείνου ἡ ἐκταφή. Τώρα δὲν θὰ βρῇς πουθενὰ προσωπικὸ τάφο τοῦ γέροντος Πορφυρίου.

Καὶ τὰ ὀστᾶ του χάθηκαν κατὰ παραγγελία του, στὸ δάσος τῆς Κερασιᾶς. Τὸ χαμόγελό του μένει ὡς εὐλογία, ποὺ αἰωρεῖται στὴν σύμπασα καὶ στὶς ψυχὲς τοῦ κόσμου, ποὺ τὸν γνώρισε καὶ τὸν γνωρίζει.

Εἶναι καὶ μένει κάτι μοναδικὸ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τέλους.

Γεννήθηκε μὲ τὸ νὰ φύγῃ, νὰ χαθῇ, νὰ μὴν ὑπάρχῃ. Καὶ τελείωσε μὲ τὸ νὰ φύγῃ, νὰ χαθῇ, νὰ μὴν ὑπάρχῃ.

Γι᾿ αὐτὸ διαστέλλεται καὶ γίνεται κατὰ χάριν χώρα τοῦ Ἄχωρήτου. Δὲν διατυπώνει μία ἄποψι. Δὲν ἀνήκει σὲ μία ὁμάδα ἀνθρώπων. Δὲν ἐκφράζει μιὰ νοοτροπία. Δὲν προωθεῖται, οὔτε διαφημίζεται μὲ ἀνθρώπινες ἐνέργειες. Ἐμεῖς ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν εὐλογία καὶ τὸν φωτισμό του.

Εἶναι μιὰ θεοφάνεια· μιὰ φανέρωσι· τῆς χάρις τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἔχει ἀκόμη τὸ φῶς τοῦ ἀστεριοῦ του φτάσει σὲ μᾶς. Δὲν ἔχομε πλήρως κατανοήσει τὸν λόγο του. Δὲν ἔχει τελειώσει ἀκόμη ἡ δρᾶσι ἀπὸ τὸ φάρμακό του. Συνεχίζει τὴν ἰατρική του ἐπέμβασι. Ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ θεραπεία του –καὶ ὅσοι νομίζομε ὅτι εἴμαστε ὑγιεῖς.

Ἦλθε μαζί μας καὶ ἦταν μόνος, περιβεβλημένος στολὴ λευκὴ τῆς ἀγγελικῆς του χαρᾶς. «Μὴ μοῦ ἅπτου». Μὴ μὲ πλησιάζετε μὲ τὴ λογική, τὶς αἰσθήσεις καὶ τὶς ἀντιλήψεις σας. Δὲν εἶναι καλὸ αὐτὸ οὔτε γιὰ σᾶς, οὔτε γιὰ μένα.

Ἔφυγε καὶ μένει μαζί μας. Δὲν φανερώνεται ἀνθρώπινα. Δὲν μολύνθηκε ζητώντας ἀνάπαυσι καὶ δόξα φθαρτή. Οὔτε μᾶς ἄφησε νὰ μολυνθοῦμε μὲ ἄρρωστη ἀγωγή. Δὲν μᾶς κάνει διαφήμισι τῆς ὑπεροχῆς του. Μᾶς χαρίζει τὴν εὐλογία τῆς ταπεινώσεώς του.

Ἦταν ἅγιος, καθαρός, γι᾿ αὐτὸ ἔβλεπε παντοῦ καὶ μετέδιδε καθαρότητα καὶ ἐλπίδα, ποὺ εἶναι δῶρο τῆς Χάριτος. Μᾶς εἶπε μὲ τὴν συμπεριφορά του: «Μὲ ἔστειλε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ σᾶς δώσω κάτι. Σᾶς τὸ ἔδωσα καὶ φεύγω, χάνομαι. Φεύγοντας θὰ εἶμαι πιὸ πολὺ μαζί σας, αὐτὴ εἶναι τελικὰ ἡ θεία εὐλογία. Ὅταν ζοῦμε ἐν Χριστῷ, ὁ θάνατος δὲν διακόπτει, ἀλλὰ τονίζει καὶ λαμπρύνει τὶς σχέσεις μας.»

Καὶ σεῖς χαθῆτε μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κάνετε ὑπομονὴ ἐκεῖ ποὺ βρίσκεσθε. Σηκώνετε τὸν Σταυρὸ ποὺ ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ σηκώνετε καρτερικά. Καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ χάρι μέσα σας. Τότε θὰ δεῖτε τὰ ἀόρατα. Καὶ θὰ μᾶς χαρισθοῦν τὰ ἀνείπωτα, ὡς πλησμονὴ ἀϊδίου ζωῆς καὶ ἑνότητος, ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

προέλευση κειμένου: περιοδικὸ «Τόλμη» (2014)

Περιεχόμενα

Ἄρθρα: 535
Κειμενοθήκη: 2.077
Εἰκονοθήκη: 35.634
Ἠχοθήκη: 8.764
Βιντεοθήκη: 59
καταφορτώσεις: 302.602
ἐμφανίσεις ἄρθρων: 1.245.816
Τελευταία ἐνημέρωσις:
18 Νοε 2017, 23:02:22